4/11/11

F.T.L.A*



Περνάει ο καιρός, επουλώνεται -όσο γίνεται- η πληγή, επιβάλλεται η διατήρηση της μνήμης νοηματοδοτώντας την με τα επίδικα της εποχής.

Συναντιόμαστε ξανά όλοι/όλες μαζί στους δυο κύριους χώρους παρουσίας του Αλέκου μας, στο Στέκι Μεταναστών και στους Αγ. Αναργύρους. Επιθυμία μας είναι πέρα από την ανάκληση της αγαπημένης φιγούρας του συντρόφου μας να επιχειρήσουμε, εμείς που μείναμε πίσω, να συναντηθούμε ουσιαστικά.

Τα σημεία συνάντησης έχουν ως εξής:
Στο Στέκι Μεταναστών (Τσαμαδού 13), την Παρασκευή 4 Νοεμβρίου, στις 7.30 μ.μ., πριν παραδοθούμε στη λήθη του ποτού, συναντιόμαστε για να συζητήσουμε συντροφικά και χωρίς επισημότητες για τις μορφές αυτοοργάνωσης τόσο στο πολιτικό όσο και στο κοινωνικό και εργασιακό περιβάλλον. Ανταλλάσουμε σκέψεις, προτάσεις, εμπειρίες, προβληματισμούς και προβλήματα ψαχουλεύοντας για διεξόδους.

Την Κυριακή 6 Νοεμβρίου συναντιόμαστε στο καφενείο «Όπως παλιά» (Ν. Πλαστήρα 30, Αγ. Ανάργυροι) με όλους όσοι θεωρούσαν / θεωρούν τον Αλέκο σύντροφο, συναγωνιστή, φίλο.  Χωρίς αποκλεισμούς, χωρίς γινάτια, με ανοιχτή διάθεση όπως οι καιροί επιβάλλουν.







Σαν σήμερα πριν από ένα χρόνο ο Αλέκος άφησε τα ‘’νούμερά του’’ ορφανά χωρίς να τα ρωτήσει. Του το χρεώνουμε και αυτό -μαζί με τα  υπόλοιπα  που έκανε και έβαλε φωτιά στη ζωή μας- πριν μας αφήσει.

Που μας έβαλε στο ποδόσφαιρο.
Που μας έμαθε τι σημαίνει οπαδός.
Που μας έκανε ανθρώπους. (Προσπάθησε τουλάχιστον -όσο μπορούσε- να μας φέρει όσο πιο κοντά γίνεται στην έννοια του όρου)
Που μας έμαθε να σκεφτόμαστε λίγο πιο πέρα από τη μύτη μας γιατί ήξερε ότι μπορούσαμε να δούμε παραπέρα.
Που μας έμαθε να πίνουμε τσίπουρο και στην Αθήνα.
Που μας μετασχημάτιζε τον χουλιγκανισμό σε πάλη, την οργή  σε αγώνα, τη βία σε συζήτηση.
Την οργή μας ειδικά τη χειριζόταν καλά. Της έδινε νόημα, της έδινε στόχο, της έδινε αξία και μας έβαζε ξενερώνοντάς μας να βρούμε τρόπους να τη βγάλουμε μπροστά.
Έδιωχνε (μερικές φορές-οσες προλάβαινε-) τη θολούρα της οργής και την καύλα της βίας ακόμα και με σφαλιάρες. Αλλά  τότε ήταν που δούλευε το μυαλό.
Αυτό που δεν του χρεώνουμε σίγουρα είναι τα βρισίδια στα τηλεφωνήματα, στα mails, οι χωσιματικές κουβέντες, οι μπούφλες για τις μαλακίες στην προσωπική μας ζωή. Δεν του τα χρεώνουμε γιατί αυτός ήταν ο ρόλος του. Παιδαγωγός.
Ένας Πραγματικός αριστερός απ αυτούς που ντρέπεσαι να στέκεσαι δίπλα του γιατί νιώθεις ότι πρέπει να διαβάσεις και να ακούσεις πολύ για να μπορέσεις να εξερευνήσεις και να αντιληφθείς την πορεία του. Όχι από αυτούς τους γλυκανάλατους πολιτικάντιδες που μια είναι δω και μια στον περισσό ή το κωλονάκι. Δεν ήταν ποτέ υποτακτικός σε κανένα καθεστώς ακόμα και την ώρα που οι τραμπούκοι ΚΚ’ε’δες των αγίων χτυπούσαν το Μανώλη.
Ήταν ο πατέρας μας. Ήταν το τηλεφωνικό κέντρο της προσωπικής μας ζωής. Ότι χρειαζόμασταν ακόμα και σχεδόν ένα χρόνο μετά από το θάνατό του το ευρετήριο ανοίγει στο Φτίλας όταν φτάνουμε σε αδιέξοδο. Τι κρίμα ρε γαμώ το. Για όλα υπήρχε λύση και δεν συνέτρεχε λόγος πανικού. Άλλοι τα ερωτικά, άλλοι τα επαγγελματικά, άλλοι τα συναισθηματικά, άλλοι τα πολιτικά, άλλοι τα οπαδικά, αλλά όλοι για τον ΠΑΣ. Τον παίρναμε και πριν φυσικά δοθεί η λύση/απάντηση/πρόταση μας έχωνε σε αγώνες δρόμου με τις μοτοσυκλέτες –που δεν τον βολεύανε κι όλας τα μεσημέρια μετά τον τσέλιγκα- πότε για τα DVD του σύριζα, τις μακέτες της απόδρασης τις συνελεύσεις και τις πορείες στις γειτονιές στο Ίλιον τους αγίους κτλ.
Πρόχειρες δακρυσμένες σημειώσεις γραμμένες μέσα σ ένα τρένο στις Άλπεις ακλουθώντας κατά τύχη –αλλά τουλάχιστον για εκπαίδευση ρε Αλέκο δεν έκανα πάλι διακοπές- ένα κομμάτι της ίδιας διαδρομής που έκανα πέρσι τέτοια μέρα για να τον αποχαιρετήσω.
Το πρώτο πληθυντικό δεν εκπροσωπεί κανένα, άσχετο αν περιστατικά είναι βγαλμένα κι από την επαφή του Αλέκου με άλλους. Ίσως και η ζύμωση με τον Αλέκο να φταίει που πραγματικά νομίζω και νοιώθω σχιζοφρενής με τις τόσες διαφορετικές προσωπικότητες που έχω. Η έμπνευση που μας έδωσε σίγουρα δεν ήταν το  τρίγωνο αραχώβης-τσαμαδού-άγιοι και σκληρό Marlboro, κρέας, τσίπουρο, ουίσκυ και ταξί. Είναι η ζωή και την κερδίζουμε όταν τον θυμόμαστε με τρόπο. Τρόπο που αυτός μας πυροδοτούσε για να τον βρούμε.
Κάποτε -περίπου 3-4 χρόνια πριν- σε μια πόρτα γράφτηκε…

                                                                               
                                                          ΦΡΑΞΙΑ ΑΛΕΚΟΣ ΛΥΤΡΑΣ




Υ.Γ. Ένα μεγάλο φιλί στα δυό μου αδερφάκια
Υ.Γ. Δυό φιλιά συντροφικότητας στην Ιωάννα και τη Μυρτώ.

Tα παραπάνω είναι λόγια του Τάσου Θεοδωρακόπουλου


* Foniades Twn Lawn Amerikanoi



10/10/11

Κώστας Μπαλάφας






Ο Κώστας Μπαλάφας γεννήθηκε το 1917 στο ορεινό χωριό Χώσεψη (Κυψέλη σήμερα) της Ηπείρου, από γονείς αγρότες. Μυήθηκε στη φωτογραφική τέχνη, την οποία αγάπησε και υπηρέτησε για εξήντα και πλέον χρόνια, στα Γιάννενα, λίγο πριν το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ελλάδα. Από το 1941 έως το 1944 φωτογράφησε τον ένοπλο αντάρτικο αγώνα του ηπειρώτικου λαού κατά των κατακτητών.

Μετά το τέλος του πολέμου εργάστηκε στη Δ.Ε.Η. στο Τμήμα Αναπαραγωγής Σχεδίων, από όπου και συνταξιοδοτήθηκε. Υπήρξε από τα ιδρυτικά μέλη της Ελληνικής Φωτογραφικής Εταιρείας. Από το 1952 ταξίδεψε σε όλη την Ελλάδα, φωτογραφίζοντας και κινηματογραφώντας τη ζωή και τα έθιμα των ανθρώπων της επαρχίας. Τα τελευταία τριάντα χρόνια, οι φωτογραφίες του έχουν παρουσιαστεί σε πολυάριθμες ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό και έχουν δημοσιευτεί σε καταλόγους εκθέσεων καθώς και σε προσωπικές εκδόσεις.

Εφυγε από την ζωή ο μεγάλος δάσκαλος της Ελληνικής φωτογραφίας, ο Κώστας Μπαλάφας. Ο Ο Ηπειρώτης φωτογράφος της Αντίστασης και του κοινωνικού προβληματισμού πέθανε σε ηλικία  91 ετών και κηδεύεται σήμερα, Δευτέρα, στο Νεκροταφείο Χαλανδρίου.